
Με τη δημοσίευση του ν.4075/2012 υπήχθησαν στην ασφάλιση όλων των κλάδων και λογαριασμών του Ο.Α.Ε.Δ. πρόσωπα τα οποία εξαιρούνταν μέχρι τη δημοσίευση του ως άνω νόμου.
-Σύμφωνα με την παρ.1 του αρθρ.1 του ν.4075/2012: «...τα πρόσωπα που απασχολούνται με σύμβαση μίσθωσης έργου εφόσον εργάζονται με συνθήκες που απαντώνται στις μισθώσεις εργασίας: ''υπάγονται και στην ασφάλιση όλων των κλάδων και λογαριασμών του ΟΑΕΔ, του ΟΕΚ και του Οργανισμού Εργατικής Εστίας''».
Μέχρι σήμερα οι συμβασιούχοι έργου υποχρεωτικά ασφαλίζονται στους κλάδους του ΙΚΑ, δεν μπορούν όμως να υπαχθούν και στην ασφάλιση κατά της ανεργίας και σε ορισμένες περιπτώσεις το ΙΚΑ -ασφαλμένα- τους παρακρατεί τις αντίστοιχες εισφορές.
Στην αιτιολογική έκθεση του ν. 4075/2012 «Κανονισμός Ασφάλισης ΙΚΑ και λοιπές διατάξεις» αναφέρεται μεταξύ άλλων ότι: Ο λόγος της υπαγωγής των συμβασιούχων έργου στην ασφάλιση του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ είναι η απασχόλησή τους με συνθήκες που απαντώνται στις μισθώσεις εργασίας, δηλαδή με συνθήκες που προσομοιάζουν με αυτές της εξαρτημένης εργασίας.
Η εξαίρεση επομένως από τους κλάδους και λογαριασμούς του ΟΑΕΔ, ΟΕΕ και ΟΕΚ δεν φαίνεται δικαιολογημένη αφού και για την υπαγωγή στην ασφάλιση του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ θεωρείται ότι υπάρχουν συνθήκες εξαρτημένης εργασίας. Με την προτεινόμενη διάταξη προβλέπεται ρητά η υπαγωγή των παραπάνω προσώπων στην ασφάλιση όλων των κλάδων και λογαριασμών του Ο.Α.Ε.Δ., του Ο.Ε.Κ.και της Εργατικής Εστίας, ώστε να μην υπάρχει διαφοροποίηση στην ασφάλισής τους από τους λοιπούς ασφαλισμένους που εργάζονται με παρόμοιες συνθήκες».
Κατά συνέπεια, με την διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 4075/2012, όσα πρόσωπα εργάζονται μεν με σύμβαση μίσθωσης έργου αλλά με τα χαρακτηριστικά των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας στο εξής θα υπάγονται και στην ασφάλιση όλων των κλάδων και λογαριασμών του ΟΑΕΔ.
Συνεπώς τα παραπάνω πρόσωπα θα υπάγονται στην τακτική επιδότηση ανεργίας με την προσκόμιση του εγγράφου της λύσης ή λήξης της σύμβασης μίσθωσης έργου, εφόσον συντρέχουν και οι λοιπές νόμιμες προϋποθέσεις (απαιτούμενος αριθμός ημερών ασφάλισης στο κρίσιμο χρονικό διάστημα κ.λπ.).
-Σύμφωνα με την παρ.2 του αρθρ.1 του ν.4075/2012: «Στο τέλος της παρ. 1 του αρθρ. 1 του ν. 1759/1988 (Α΄50), όπως προστέθηκε στο τέλος του άρθρ. 2 του α.ν. 1846/1951 (Α΄179), προστίθεται εδάφιο ως εξής: «τα παραπάνω πρόσωπα [που παρέχουν εργασία (.) σε εργοδότες με τους οποίους είναι σύζυγοι ή συγγενείς πρώτου και δεύτερου βαθμού συγγένειας, υπάγονται και στην ασφάλιση όλων των κλάδων και λογαριασμών του ΟΑΕΔ, του ΟΕΚ και του Οργανισμού Εργατικής Εστίας»».
Όπως είναι γνωστό, μέχρι σήμερα οι εργαζόμενοι σε ατομικές επιχειρήσεις συζύγων ή συγγενών α΄ και β΄ βαθμού, θεωρούνταν ότι δεν μπορούν να υπαχθούν στην ασφάλιση κατά της ανεργίας, εσφαλμένα δε το ΙΚΑ του παρακρατεί τις αντίστοιχες εισφορές υπέρ ΟΑΕΔ σε όποιες περιπτώσεις συνέβαινε αυτό.
Στην αιτιολογική έκθεση του ν.4075/2012 «Κανονισμός Ασφάλισης ΙΚΑ και λοιπές διατάξεις», σχετικά με τις περιπτώσεις που αφορούν σε εργαζόμενους που απασχολούνται σε επιχειρήσεις συζύγων ή συγγενών α΄ και β΄ βαθμού αναφέρεται ότι:
«Με το άρθρο 1 του Κανονισμού προβλέπεται ρητά η υπαγωγή των παραπάνω πρόσωπων ασφάλιση του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, για όλους τους κλάδους ασφάλισής του, καθώς και του ΕΤΕΑΜ.
Οι πιο πάνω ασφαλισμένοι δεν καλύπτονται για τους κλάδους και λογαριασμούς του ΟΑΕΔ, ΟΕΕ και ΟΕΚ, επειδή θεωρείται ότι δεν παρέχουν εξαρτημένη εργασία.
Κατά τη θεωρία και τη μέχρι σήμερα διαμορφωμένη νομολογία, εξαρτημένη είναι η εργασία που παρέχεται αυτοπροσώπως, έναντι καταβολής μισθού, κάτω από την επίβλεψη και τον έλεγχο του εργοδότη, ο οποίος καθορίζει και τον τόπο και το χρόνο εργασίας του μισθωτού.
Χαρακτηριστικό επομένως της εξαρτημένης εργασίας είναι η απασχόληση του μισθωτού κάτω από τον έλεγχο και την καθοδήγηση του εργοδότη.
Επειδή το παραπάνω χαρακτηριστικό δεν απουσιάζει από την απασχόληση σε οικογενειακές επιχειρήσεις, δεν είναι δικαιολογημένη η διαφοροποίηση της ασφάλισης των παραπάνω προσώπων από τους λοιπούς ασφαλισμένους που εργάζονται με τις ίδιες συνθήκες και δεν είναι σύζυγοι, ή συγγενείς πρώτου και δευτέρου βαθμού συγγένειας με τον εργοδότη τους.
Για το λόγο αυτό προτείνεται η ρητή υπαγωγή των προσώπων που παρέχουν εργασία σε εργοδότες με τους οποίους είναι σύζυγοι, ή συγγενείς πρώτου και δευτέρου βαθμού συγγένειας στην ασφάλιση όλων των κλάδων και λογαριασμών του Ο.Α.Ε.Δ., του Ο.Ε.Κ. και της Εργατικής Εστίας».
Με τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 1 του ν.4075/2012, εισάγεται πρόβλεψη υπαγωγής στην ασφάλιση όλων των κλάδων και λογαριασμών του ΟΑΕΔ των εργαζομένων που απασχολούνται ακόμη και σε ατομικές επιχειρήσεις συζύγων ή συγγενών α΄ και β΄ βαθμού.
Συνεπώς, οι εργαζόμενοι αυτοί θα υπάγονται στην τακτική επιδότηση ανεργίας εφόσον συντρέχουν οι λοιπές νόμιμες προϋποθέσεις (καταγγελία, λήξη ή λύση της σύμβασης, απαιτούμενος αριθμός ημερών ασφάλισης στο κρίσιμο χρονικό διάστημα κ.λπ.).
Ειδικότερες διευκρινήσεις:
Σύμφωνα με τα παραπάνω, οι ασφαλισμένοι οι οποίοι από τη δημοσίευση του νόμου 4075/2012 και εφεξής εντάσσονται στην ασφάλιση του λογαριασμού κλάδου ανεργίας του ΟΑΕΔ και προσκομίζουν καταγγελία της σύμβασης τους ή λύση της εργασιακής τους σχέσης από 11.4.2012 και συγκεντρώνουν τις λοιπές προϋποθέσεις για την επιδότησή τους (π.χ. ασφάλιση υπέρ του λογαριασμού ανεργίας στο κρίσιμο για την επιδότηση χρονικό διάστημα) είναι δικαιούχοι τακτικής επιδότησης ανεργίας από τον ΟΑΕΔ.
Ωστόσο, πριν την έναρξη ισχύος του νόμου την 11-04-2012 (ημερομηνία δημοσίευσης του νόμου στο ΦΕΚ) υπάρχουν περιπτώσεις εργαζομένων, συμβασιούχων έργου ή εργαζομένων σε ατομική επιχείρηση συζύγων ή συγγενών α΄ ή β΄ βαθμού, κατά τις οποίες το ΙΚΑ εισέπραττε εισφορές με βάση Πακέτο Κάλυψης το οποίο συμπεριελάμβανε αποδόσεις υπέρ του λογαριασμού ανεργίας του ΟΑΕΔ.
Στις περιπτώσεις αυτές, γίνεται συνδυασμένη εφαρμογή της γενικής αρχής της τυπικής ασφάλισης και της γενικής αρχής, σύμφωνα με την οποία το ασφαλιστικό δικαίωμα κρίνεται με βάση το νομικό καθεστώς που ισχύει κατά τον χρόνο επέλευσης του ασφαλιστικού κινδύνου, δηλαδή την περιέλευση κάποιου σε κατάσταση ανεργίας.
Συνεπώς, θα υπάγονται στην τακτική επιδότηση ανεργίας οι ασφαλισμένοι, που η καταγγελία της σύμβασής τους ή η λήξη της εργασιακής τους σχέσης συντελείται από την 11-4-2012 και μετά και το κρίσιμο για την επιδότηση χρονικό διάστημα καλύπτει περίοδο πριν την ημερομηνία αυτή, όταν για το κρίσιμο αυτό χρονικό διάστημα έχουν παρακρατηθεί εισφορές υπέρ του κλάδου ανεργίας του ΟΑΕΔ.
Αντίθετα, δεν είναι δυνατό να υπαχθούν στην τακτική επιδότηση ανεργίας οι ασφαλισμένοι των οποίων η καταγγελία σύμβασης τους ή η λήξη της εργασιακής τους σχέσης συντελέσθηκε πριν από την 11-4-2012.
Δε βρέθηκαν σχόλια
Μπορείτε να αφήσετε σχόλιο μόνο αν είστε εγγεγραμμένος χρήστης. Εγγραφείτε ή συνδεθείτε